Δασωτον

 

Διασχίζοντας την κοιλάδα Γρανίτη του νομού Δράμας, το πρώτο χωριό που φαίνεται στο Λεκανοπέδιο του Νευροκοπίου, είναι το Δασωτό. Χωμένο στην κυριολεξία μέσα στο πράσινο, με κάθε είδους δέντρα.

Το παλιό  όνομα  του  χωριού λεγόταν Κουμανίτσι  και  σήμαινε κοπάδι από άλογα που τρέχουν.
Σήμερα  απέναντι  στο  βουνό  Μενοίκιο, στο  οροπέδιο  της  Καλλίπολης,  ζούνε ελεύθερα τρεις αγέλες αγρίων αλόγων.

Άλλος ήλιος, άλλος αέρας και άλλοι άνθρωποι στο χωριό. Aληθινή ποιότητα ζωής, με την ομορφιά της απλότητας, της φυσικής αρμονίας και τα πεντακάθαρα νερά, χωρίς χλωρίνες και  σκληρότητες.

Τα επτά ξωκλήσια του χωριού, χτισμένα πάνω στα λοφάκια, με τα κελαηδίσματα των  πουλιών  των  ρεμάτων,  τις  σπάνιες  πριμούλες  και  τα  αγροστέμματα, τις ροδόχρωμες  τούφες  αγριοτριανταφυλλιάς  και  τις φυτοκοινωνίες  θάμνων  που αλλάζουνε  χρώματα,  στέκονται  εμπόδιο  στην  ραγδαία επέλαση του τεχνικού πολιτισμού και της αθεΐας.

Αληθινά μπαλκόνια της περιοχής, κατάντικρυ των πανύψηλων βουνών, Όρβηλος, Μενοίκιο  και  Φαλακρό,  που  εγκλωβίζουν  τα  ψυχρά  ρεύματα  του αέρα στο λεκανοπέδιο,  με  αποτέλεσμα  να  υπάρχει  πολικό  κρύο  τον  χειμώνα  και απολαυστική δροσιά το καλοκαίρι. 

Στα δυτικά του χωριού, κοντά στις πηγές Καϊνάρια, λένε πως βρίσκεται η αρχή του σπηλαίου Αγγίτη, του μεγαλύτερου σπηλαίου του κόσμου, με 25 χλμ μήκος μ' όλο ποτάμι  και  λευκόψαρα ,  με  παραλίες  και   καταρράχτες ,  με  απολιθωμένα  παλαιοντολογικά ζώα και σπάνια είδη νυχτερίδες. Εκεί  κοντά  και  οι  μεγάλοι  χαλκάδες, που ήτανε αγκυροβόλια στον παλιό καιρό, μιας και το λεκανοπέδιο ήτανε μια μεγάλη λίμνη.

ι  δραστηριότητες  του  πολιτιστικού  συλλόγου ,  κόντρα  στην  αστυφιλία, ξαναζωντανεύουν το χωριό.Δημιουργήθηκαν ζηλευτές οικογενειακές σχέσεις και οι μετανάστες προγραμματίζουν πλέον τις άδειες τους στο χωριό.Έγινε παιδική χαρά, γήπεδο μπάσκετ, βιβλιοθήκη, θεατρική ομάδα, δεντροφυτεύφτηκαν κοινόχρηστοι χώροι, αναβιώθηκαν παλιά λαογραφικά έθιμα, φωτογραφήθηκαν σλάϊτς με τις ομορφιές χωριού και τα σπάνια αγριολούλουδα και τέλος έγινε  συλλογή παλαιών φωτογραφιών και λαογραφικών εργαλείων, για να μην φθείρονται και χάνονται.

 

Δύσκολα μπορεί να βρεθεί με τα ιστορικά στοιχεία και τα αρχαιολογικά ευρήματα, ποιοι λαοί και ποιες ομάδες έζησαν στην περιοχή μας, σαν αυτόχθονες και σαν περαστικοί.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει  πως  εδώ υπήρχαν Θρακικές φυλές, η  χώρα των  Ηδονών, οι οποίοι έχτιζαν τα σπίτια τους με κλαδιά και φτέρες και αργότερα  και με ντόπια πέτρα. 
Από τους επιδρομείς, προστασία, εύρισκαν στα πλούσια και  άφθονα δάση της περιοχής, ενώ αντίσταση προέβαλε μόνον η φυλή των Σάτρεις, που κατοικούσαν στα ορεινά τμήματα του Όρβηλου.
Οι Πέρσες, οι Αθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Μακεδόνες εισβάλουν διαδοχικά στην περιοχή και με την επικράτηση των Ρωμαίων και αρκετοί διωκόμενοι  χριστιανοί αρχίζουν να  γεμίζουν τον τόπο.
Όταν βρέθηκαν και μεταλλεύματα, ένα πλήθος από δούλους και αιχμαλώτους, χρησιμοποιούνται στην εξαγωγή  μετάλλων.
Δείγματα αυτής της Ελληνορωμαϊκής εποχής, έχουμε τους κιβωτιόσχημους τάφους της αγίας Κυριακής στο Δασωτό, τα κεραμικά ευρήματα στους Ποταμούς και τις επιγραφές στο Άνω Νευροκόπι, που έγιναν τότε αντικείμενο προσεκτικής μελέτης του μητροπολίτη Θεοδώρητου.
Δύσκολα  μπορείς να υποθέσεις και τον ακριβή τόπο της κατοικίας των λαών αυτών, γιατί το έδαφος είναι μαλακό και αργιλώδες και μεταβάλλεται εύκολα στην πορεία του χρόνου.  Με την διχοτόμηση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έχουμε καινούργιες εισβολές, αλλά και μανιώδεις λεηλασίες από τις διάφορες φυλές των Γότθων και τον 6ο μχ αιώνα εμφανίζονται στην περιοχή οι Σλάβοι και οι Βούλγαροι .  
Το 1384, όταν οι Τούρκοι καταλαμβάνουν την Δράμα, δύο από  τις φυλές τους, οι Κόνιαληδες και οι Γιουρούκοι, καταφθάνουν στην περιοχή και αμέσως μετά οι Πομάκοι, απόγονοι της φυλής των Αγριάνων.
Δειλά δειλά κάνουν την εμφάνιση τους Βλάχοι και  Σαρακατσαναίοι και υπό την πίεση διωγμού του Αλή πασά αρκετοί Ηπειρώτες έρχονται και φτιάχνουν τα σπίτια τους, με τις ποιμενικές τους  κοινωνίες, στις γύρω  βουνοπλαγιές.
Η πλαγιά ανατολικά του χωριού μας, κατ' ευφημισμόν ακόμα και σήμερα λέγεται  Καρακατσάνικα.
Το αρρεναγωγείο,  το παρθεναγωγείο και ένα νηπιαγωγείο που χτίστηκαν στο Νευροκόπι το 1860, στεγάστηκαν σ' ένα κτήριο δωρεάς του Ηπειρώτη Αναστασίου Κ.Τσούφλη.
Στο Περιθώρι το 1881 ιδρύεται μια  αδελφότητα  με  την επωνυμία " Ηώς του Όρβηλου" και λίγο αργότερα  το 1901 και  δεύτερη, ο "Ευαγγελισμός" για να φροντίσουν την ανάπτυξη των γραμμάτων και την μισθοδοσία των δασκάλων.
Αρχηγός στις μικρές κοινωνίες ήταν ο μουχτάρης, ο οποίος εφάρμοζε την αγρονομική διάταξη και από κάποιον τέτοιον παραλή μουχτάρη, η βρύση του κάμπου μας ονομάστηκε Παραλλίγκα.
Τα δικαιώματα των χριστιανών όμως, τα εκπροσωπούσε το οικουμενικό πατριαρχείο με τους τοπικούς του επισκόπους και μητροπολίτες.
Αρκετοί ναοί με βυζαντινό ρυθμό, δίνουν αξιόλογες πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση της περιοχής, που παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, διατηρούσε την Ορθόδοξη πίστη της και την πνευματική της ανάπτυξη.  Οι 33 μεταβυζαντινές εκκλησίες του νομού μας, που χτίστηκαν στην περίοδο 1815 - 1890,  βρίσκονται κυρίως στην περιοχή μας, γιατί ανατολικά,  κατοικούσαν ακόμα μουσουλμάνοι.
Οι εικόνες των εκκλησιών είναι έργα των ζωγράφων, Στεργίου και Γεώργιος από το Νευροκόπι, Δημητρίου από Καράκιοϊ, Κυριαζής από Αίνου και Ιερεμίας από το Μελένικο.
Στην εκκλησία των αγγέλων του Ακρινού που χτίστηκε το 1848, σώζονται πολλές αξιόλογες αγιογραφίες των ασωμάτων δυνάμεων, με την σύναξη  των ταξιαρχών να απεικονίζεται στο τύμπανο της εισόδου.
Περιμετρικά της εκκλησίας, υπάρχουν άφθονοι λιθοσοροί  του χωριού Λόφτσια, που ήταν το εμπορικό κέντρο της περιοχής.
Ο  άγιος Νικόλαος  στο Δασωτό, ήτανε το πιό παλιό ξωκλήσι της περιοχής, γιατί  στην εικόνα του τιμώμενου άγιου έγραφε:
"Δαπάνη και Δεήσεις των δούλων του Θεού των ευλογημένων χριστιανών των κατοικούντων εν τη χώρα ταύτη Κωμανίτζη... 1831".
Οι πόλεμοι του 1912-13, οι Βαλκανικοί του 1918 και αυτός του 1940, έφεραν την ελευθερία στην περιοχή με αντάλλαγμα όμως πολλές ανθρώπινες ψυχές.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών της συνθήκης Λοζάννης της Ελβετίας - 1922 - 1923, εγκαταστάθηκαν στο χωριό πρώτα οι πρόσφυγες από την Τζεντώ Σηλυβρίας Ανατολικής Θράκης, συναντώντας εκεί, 15 μόνον οικογένειες ντόπιων γηγενών.
Πρόσφυγες από τις ενορίες Σαντάς και των χωριών Ακ-Δαγ-Ματέν, επειδή δεν μπόρεσαν να αντέξουν τις αρρώστιες των πεδινών κλιμάτων, της πρώτης τους εγκατάστασης, εγκαταστάθηκαν αντίστοιχα, τον Μάιο και τον Οκτώβριο του  1925, στο ορεινό Δασωτό.  Στην  πρώτη απογραφή του 1923, οι  πρόσφυγες στην επαρχία Ζυρνόβου, φθάνουν 1426 ψυχές και στην δεύτερη που έγινε λίγο αργότερα, ο αριθμός  έφθασε στις 9377.
Το πρώτο εξατάξιο δημοτικό σχολείο Δασωτού, λειτουργεί στον χώρο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου, με πρώτους προσφυγικούς δασκάλους τον Αλέξανδρο Μουρατχανίδη και την Ευαγγελία Λιόλιου-Αρβανιτίδη.
 

 

Η δραστηριότητα αυτή, να χτίζονται σχολεία κοντά στις εκκλησιές, συνδέεται με το πρόσωπο του δραστήριου τότε Μητροπολίτη Δράμας,  Αγαθάγγελου.
Η ριζική αναγέννηση του Δασωτού, έγινε κυρίως  μετά το 1945 όταν το χωριό έμεινε καθαρά προσφυγικό και εκφράστηκε η  μεγάλη τους αγάπη για δουλειά.
Το 1960 το χωριό είχε 687 κατοίκους και στην τελευταία απογραφή, ο αριθμός μειώθηκε στους 278 κατοίκους.
Η μείωση οφείλεται στην ανεργία και στις μεταναστευτικές τάσεις της σύγχρονης εποχής.
Η συνολική καλλιεργήσιμη γη  είναι 5.200 στρέμματα με κύρια καλλιέργεια την πατάτα.  Οι κάτοικοι του χωριού, από ανέκαθεν ξεχώριζαν για την αγάπη τους στον τόπο, στην μακροχρόνια μεταξύ τους φιλία και για την ευαισθησία τους απέναντι στο ωραίο, που ήταν άφθονο μέσα στο παλιό συρτάρι του  σεβασμού  και της  παράδοσης.
Αποδεκατισμένες προσφυγικές οικογένειες φορτώθηκαν τους μπόγους της θυσίας και μετέτρεψαν τον πόνο τους σε μια καινούργια δυναμική δημιουργία.
Τα επτά ξωκλήσια του χωριού, χτισμένα πάνω στα μικρά λοφάκια, στέκονται εμπόδιο στην ραγδαία εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού και της Αθεϊας.                                               
Στην σκαλιστή πέτρα της Ζωοδόχου Πηγής, δίπλα στο μικρό καμπαναριό η ημερομηνία ανέγερσης, γράφει 1935.
Κάποιος θρύλος των γερόντων, λέει, πως όταν στεναχωρέθηκε η Παναγιά από τις συχνές λεηλασίες της περιοχής, βούλιαξε το ξωκλήσι σε μια νύχτα και στα θεμέλια της ανεγέρθηκε αυτή η Ζωοδόχος Πηγή.
Όμορφα χτισμένα πάνω σε μικρά λοφάκια και τ' άλλα παλιά ξωκλήσια του χωριού. Η αγία Κυριακή χτίστηκε 1928, σε μνήμη της ενορίας Ισχανάντων Σαντάς, δίπλα ακριβώς στο παλιό προσκυνητάρι, που βρέθηκαν τυχαία οι εκτεταμένοι τάφοι της Ρωμαϊκής νεκρόπολης.
Αληθινό μπαλκόνι της περιοχής, το άγιο Πνεύμα που χτίστηκε κι αυτό 1935, κατάντικρυ  των πανύψηλων βουνών, όρβυλος, Μενοίκιο, Φαλακρό.
Ο άγιος Γεώργιος χτίστηκε 1964 με την συμμετοχή των μεταναστών και τριγύρω αφθονούν βότανα, αρωματικά φυτά και μελισσοκομική δραστηριότητα.
Στον άλλο λόφο, κοντά στην υδατοδεξαμενή άρδευσης, που χωράει 15.000 κυβικά νερού, βρίσκεται ο αϊ Δημήτρης.   Στο ουρανοθέμελο αυτό ξωκλήσι, μαστορεμένο με το κερί των οραμάτων της μάνας Μαραντάβας, μια λέξη μόνον αρκεί, Προσευχή!
Η εκκλησία των αγίων Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού, που πρόσφεραν το πολύτιμο αγαθό της υγείας, χωρίς αμοιβή και αργύρια, βρίσκεται κοντά στο δασικό φυτώριο του χωριού με τα πολλά κωνοφόρα δέντρα.
Στο τριγωνικό βουναλάκι, εκεί που οι πρωινές αχτίνες του ήλιου, λούζουν το χωριό, βρίσκεται το ξωκλήση του Αγιου Κωσταντίνου.
Και κάτω μεριά, ορθώνεται κατάστηθα η εγκατελειμένη πια στρατώνα.
Εκεί ...ξεσχίζαμε!
Με τα κάρβουνα των μαγειρείων και τα σπασμένα κεραμίδια της σκεπής, ζωγραφίζαμε άγαρμπα γυμνά πάνω στους τοίχους και μετά... ξεκινούσε ο πόλεμος και οι πολιορκίες ανάμεσα στα  μεγάλα παράθυρα με τα τόξα και τις πέτρες.
Όταν  συμπλήρωνε και η ομάδα... Μπάλα κι Άγιος ο Θεός!
Με την λαστιχένια μπάλα όλο γκέλα και τα "τσαραφουλιγμένα γόνατα", τρυπώναμε να σπάσουμε την άμυνα της Αβησσυνίας, αλλά ... πάντοτε τρώγαμε εμείς πεντάρες.   Αβησσυνία - Χωριό, Αιώνιο ντέρμπυ!  Έμπενέ τους!
Αβησσυνία λέγαμε μια  γειτονιά στο δυτικό μέρος του χωριού, που πήρε το όνομα, από έναν μελαχρινό λυράρη Θόδωρο Ελευθεριάδη.
Πίσω από τον Άγιο Κωνσταντίνο, το μονοπάτι καταλήγει στον δασικό χώρο ξύλευσης, τα  Καβάκια.
Και κεί, βρίσκονται λίγοι συλημένοι Ρωμαϊκοί τάφοι δίπλα ακριβώς στις γκιόλες, με τις νόστιμες...  Μεριάνες του βουνού, που λεει χαρακτηριστικά ο ραβδοσκόπος Στελάκος.
Από το μέρος αυτό, μεταφέρθηκε η στενόμακρη λαξεμένη γούρνα, στην βρύση του κάμπου, την  Παραλίγγα.
Θυμάμαι, που τα ιδρωμένα ζώα έτρεχαν από μακριά, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης πριν πιούνε το νερό της και ο γεωργός, με το μαντήλι στον σβέρκο, που περίμενε υπομονετικά την σειρά του.
Βόρεια από την στρατώνα, βρίσκεται η αγέρωχη  ερημίτισσα βελανιδιά, το "Πελίτι" και πιό κάτω η μεγάλη γλίστρα του βράχου με το πυκνοπράσινο χνούδι και την πηγή της "Γκιοζές", που καθόμασταν συχνά με το φουρφούρι στο χέρι και βλέπαμε ψηλά στον ουρανό, τα μεγάλα πουλιά που έφτιαχναν παράξενα γεωμετρικά σχήματα και μίκραιναν και  χανόντουσαν.
Στου Πελιτιού τον λόφο, πετούσαμε στον δυνατό αέρα και τους ζυμαροκαμωμένους πολύχρωμους αετούς και στο τέλος, αφού ενώναμε όλους τους "τσιλέδες", τους αμολούσαμε να φύγουν πίσω στα βουνά, μακριά για την  Βουλγαρία.
Όλοι οι Δασωτιανοί έχουμε μια βαθιά αίσθηση συγγενείας  μ' αυτό το δέντρο, λες και αυτό να μας γέννησε.
Με την μεγάλη κούνια που φτιάχναμε στα οριζόντια κλαδιά της, λες και θα απογιωνόσουνα πάνω στο κλέθρινο τσαρτάκι του καφετζή Μιχάλη.
Στο καφενείο αυτό, γινότανε ο "κοινός  χορός", όπως τον λέγανε, με  ακορτεόν, λύρα και τους δίσκους των 78 στροφών.
Με τα πολλά φορτηγά που είχε το χωριό, οι δίσκοι έφταναν γρήγορα στο χωριό και η φωνή του Καζαντζίδη συνδύαζε άψογα την Ελληνική μπύρα Φιξ, με το νόστιμο και χωρίς συντηρητικά μεζέ.  Κάθε καφενείο είχε τότε κάτι το ξεχωριστό κι όλα καλωσόριζαν την μέρα με μεγάφωνα που κρεμότανε πάνω στα  δέντρα και παίζανε τα λαϊκά και τερτιλίδικα τραγούδια.
-Πέσαν' τα μάνταλα βαριά, Η νύχτα είναι παγερή, ο Μπουφετζής, η Μανώλια ...
Στις πυκνοχιονισμένες μέρες, Τόμπολα στου Χρίστου, παραδοσιακός καφές στου μπάρμπα Δημητρό, χορός στο κουτούκι του Λευτοκαρύδη, χουμάρι στου Χάμπου και στον Αεκτσή τον Κόλια κάθε Σάββατο τα κλαπατσίμπαλα του Λάζαρου.
Κίνηση στο χωριό έδιναν τότε και κάποια μικρά επαγγέλματα που τα θυμόμαστε μόνον από τα ρεμπέτικα  τραγούδια.
Υπήρχε ο λούστρος, ο καλαθάς, ο τσοπάνος, ο τσαγκάρης, ο  ράφτης καραγκιοζοπαίχτης, ο γανωτζής...
Η νεολαία δούλευε καλοκαίρια στην πατόζα και στο δέσιμο της μπάλιας και οι ηλιοκαμένες μανάδες μας, θερίζαν, αλωνίζαν, ιβορίζαν, κοσκίνιζαν...
Και τα κορίτσια μας, πήγαιναν μοδίστρες στην οικοκυρική σχολή, μέσα στα χειμωνιάτικα νυχτέρια που τα φώτιζαν τα αγιοκέρια, οι χρυσοχέρες του χωριού μας, έπλεκαν τα προικιά τους.
Στα λανάρια καθότανε η Αννούλα, στα στημόνια η Μερούλα και ύφαιναν με την σαΐτα, την λαβωμένη την καρδούλα.